Διαμεσολάβηση

Η διαμεσολάβηση αποτελεί έναν σύγχρονο τρόπο επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, μέσα από μια οργανωμένη, εμπιστευτική και ευέλικτη διαδικασία διαλόγου. Αντί της μακράς και συχνά συγκρουσιακής δικαστικής αντιπαράθεσης, τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να αναζητήσουν μια κοινά αποδεκτή λύση, με τη συνδρομή ουδέτερου διαμεσολαβητή.

Η διαδικασία μπορεί να αξιοποιηθεί πριν από τη δίκη ή ενώ η δίκη εκκρεμεί ήδη, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης και τις ανάγκες των μερών.

Η διαδικασία

Η διαμεσολάβηση είναι μια εξωδικαστική διαδικασία επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, στην οποία τα μέρη επιδιώκουν, με τη βοήθεια ουδέτερου διαμεσολαβητή, να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτή συμφωνία. Στην Ελλάδα ρυθμίζεται από τον νόμο 4640/2019. Η διαδικασία είναι εμπιστευτική και τα μέρη παρίστανται σε αυτήν με τους δικηγόρους τους. Ο διαμεσολαβητής δεν εκδίδει απόφαση και δεν επιβάλλει λύση. Αν τα μέρη συμφωνήσουν, η συμφωνία καταγράφεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο μπορεί να κατατεθεί στο αρμόδιο δικαστήριο και να αποκτήσει εκτελεστότητα. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, τα μέρη διατηρούν το δικαίωμα να προσφύγουν στα δικαστήρια.

Στάδια

Η διαδικασία εξελίσσεται σε τέσσερα στάδια. Στην προετοιμασία ορίζεται ο διαμεσολαβητής, συγκεντρώνονται τα έγγραφα και κάθε μέρος αποτυπώνει με τον δικηγόρο του τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της υπόθεσης. Στο στάδιο των θέσεων τα μέρη εκθέτουν τις απόψεις τους σε κοινή συνεδρία και ο διαμεσολαβητής βοηθά να εντοπιστούν τα πραγματικά σημεία της διαφωνίας. Στη διαπραγμάτευση εξετάζονται πιθανές λύσεις, σε κοινές ή χωριστές συναντήσεις με τον διαμεσολαβητή. Αν τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, το περιεχόμενό της καταγράφεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους δικηγόρους τους. Η διάρκεια εξαρτάται από τη φύση της εκάστοτε υπόθεσης, είναι όμως κατά κανόνα σημαντικά μικρότερη από τη διάρκεια μιας δίκης.

Οφέλη

Η διαμεσολάβηση μπορεί να προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με μια μακρά και αβέβαιη αντιδικία. Επιτρέπει στα μέρη να προσεγγίσουν τη διαφορά με μεγαλύτερη ταχύτητα, ευελιξία και πρακτικό προσανατολισμό.

Η εμπιστευτικότητα της διαδικασίας προστατεύει την ιδιωτικότητα των εμπλεκομένων, ενώ η ενεργή συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της λύσης ενισχύει τον έλεγχο επί του αποτελέσματος. Σε πολλές περιπτώσεις, η διαμεσολάβηση μπορεί επίσης να συμβάλει στη διατήρηση επαγγελματικών, οικογενειακών ή προσωπικών σχέσεων, αποφεύγοντας την ένταση μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.

Πεδία εφαρμογής

Η διαμεσολάβηση αξιοποιείται σε ένα ευρύ φάσμα εμπορικών και αστικών διαφορών, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενό τους. Το πεδίο της εκτείνεται από διαφορές σχετικές με συμβάσεις, μισθώσεις και οφειλές σε οικογενειακά ζητήματα, όπως η διατροφή, η επιμέλεια και η επικοινωνία, αλλά και σε υποθέσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία του κτηματολογίου, όπως η διόρθωση ανακριβών εγγραφών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ο νόμος προβλέπει ενημερωτική υποχρεωτική αρχική συνεδρία πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, χωρίς υποχρέωση επίτευξης συμφωνίας.

Ο ρόλος του διαμεσολαβητή

Ο διαμεσολαβητής λειτουργεί ως ουδέτερο και αμερόληπτο τρίτο πρόσωπο. Δεν εκπροσωπεί κάποιο από τα μέρη, δεν εκδίδει απόφαση και δεν επιβάλλει λύση.

Η αποστολή του είναι να διασφαλίσει μια οργανωμένη και ισορροπημένη διαδικασία επικοινωνίας, μέσα στην οποία τα μέρη μπορούν να εκφράσουν τις θέσεις τους, να αναγνωρίσουν τα πραγματικά σημεία διαφωνίας και να εξετάσουν πιθανές λύσεις.

Η ουδετερότητα του διαμεσολαβητή είναι κρίσιμο στοιχείο της διαδικασίας, διότι επιτρέπει στα μέρη να συμμετέχουν σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο διαλόγου.

Η προσέγγιση

Η αποτελεσματική συμμετοχή σε διαδικασία διαμεσολάβησης προϋποθέτει καλή κατανόηση της υπόθεσης, σαφή αποτύπωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων και ρεαλιστική αξιολόγηση των δυνατοτήτων συμφωνίας.

Στο πλαίσιο της παρεχόμενης νομικής υποστήριξης κατά τη διάρκεια μιας διαμεσολάβησης, δίνεται έμφαση στην προσεκτική προετοιμασία, στην καθαρή επικοινωνία και στη διαμόρφωση ενός πλαισίου που επιτρέπει ουσιαστικό διάλογο.

Η επιδίωξη δεν είναι μια τυπική συμμετοχή στη διαδικασία, αλλά η αναζήτηση λειτουργικών λύσεων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης.

Συχνές ερωτήσεις

Ο διαμεσολαβητής αποφασίζει όπως ο δικαστής;

Όχι, γιατί ο διαμεσολαβητής δεν κρίνει τη διαφορά αλλά διευκολύνει τα μέρη να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο. Ο νόμος 4640/2019 του απαγορεύει να κατευθύνει τα μέρη και να τους επιβάλει τη λύση που ο ίδιος προκρίνει, και τον υποχρεώνει να παραμένει ουδέτερος ως προς το αποτέλεσμα. Μπορεί να διατυπώσει την προσωπική του άποψη μόνο εφόσον το επιθυμούν τα μέρη, και η άποψη αυτή δεν τα δεσμεύει. Η λύση, όταν βρεθεί, είναι συμφωνία των ίδιων των μερών, και ο διαμεσολαβητής μεριμνά ώστε να είναι προϊόν επίγνωσης και εμπεριστατωμένης συναίνεσής τους.

Σε ποιες διαφορές μπορεί να γίνει διαμεσολάβηση;

Κατά το άρθρο 3 του νόμου 4640/2019, στη διαμεσολάβηση μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες. Προϋπόθεση είναι τα μέρη να έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Σε ορισμένες κατηγορίες διαφορών ο νόμος απαιτεί επιπλέον υποχρεωτική αρχική συνεδρία πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, ενώ για τις αγωγές διόρθωσης ανακριβών πρώτων εγγραφών του Κτηματολογίου ισχύουν οι ειδικοί κανόνες της κτηματολογικής διαμεσολάβησης.

Μπορώ να τη ζητήσω χωρίς να έχει γίνει αγωγή;

Ναι, αφού ο νόμος επιτρέπει την προσφυγή στη διαμεσολάβηση όταν τα μέρη συμφωνούν σε αυτήν αφότου ανέκυψε η διαφορά, χωρίς να προϋποθέτει εκκρεμή δίκη. Στις διαφορές για τις οποίες ισχύει η υποχρεωτική αρχική συνεδρία, το μέρος που την επισπεύδει μπορεί να υποβάλει το αίτημα στον διαμεσολαβητή και πριν από την άσκηση της αγωγής. Αν ακολουθήσει αγωγή, το πρακτικό της συνεδρίας κατατίθεται στο δικαστήριο μαζί με τις προτάσεις, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης. Προσφυγή επιτρέπεται επίσης όταν έγγραφη συμφωνία των μερών περιέχει ρήτρα διαμεσολάβησης, δηλαδή συμφωνία για προσφυγή στη διαμεσολάβηση για μελλοντικές διαφορές από συγκεκριμένη έννομη σχέση. Διαμεσολάβηση μπορεί εξάλλου να γίνει και ενώ η δίκη εκκρεμεί ήδη.

Όσα λέγονται μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο;

Κατά κανόνα όχι, γιατί η διαμεσολάβηση έχει κατ' αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα και, εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, κατά τη διάρκειά της δεν τηρούνται πρακτικά. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας, όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητό της. Αν η διαφορά φτάσει στο δικαστήριο ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι δικηγόροι τους και όσοι άλλοι συμμετείχαν δεν εξετάζονται ως μάρτυρες. Δεν μπορούν επίσης να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία ή έχουν σχέση με αυτήν, και ιδίως να αναφερθούν στις συζητήσεις, τις δηλώσεις και τις προτάσεις των μερών ή στις απόψεις του διαμεσολαβητή. Από την απαγόρευση αυτή ο νόμος προβλέπει εξαίρεση μόνο όταν το επιβάλλουν λόγοι δημόσιας τάξης, κυρίως για την προστασία ανηλίκων ή για να αποτραπεί κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα ή την ψυχική υγεία προσώπου.

Τι γίνεται αν η άλλη πλευρά δεν τηρήσει τη συμφωνία;

Η συμφωνία καταγράφεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υπογράφουν ο διαμεσολαβητής, τα μέρη και οι δικηγόροι τους. Κάθε μέρος μπορεί να καταθέσει το πρακτικό οποτεδήποτε στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, και από την κατάθεση αυτή το πρακτικό αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν η άλλη πλευρά δεν εκπληρώσει όσα ανέλαβε, ο δικαιούχος μπορεί επομένως να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση με βάση το πρακτικό, στο μέτρο που η συμφωνία επιδέχεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να προηγηθεί νέα δίκη για την ίδια διαφορά. Μετά την κατάθεση, αγωγή για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία, ενώ τυχόν εκκρεμής δίκη καταργείται. Όταν η συμφωνία περιλαμβάνει δικαιοπραξίες που κατά τον νόμο υπόκεινται σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον τύπο αυτόν.

Αν δεν τα βρούμε, πηγαίνουμε κανονικά στο δικαστήριο;

Ναι, γιατί η διαμεσολάβηση, σε όποιο στάδιο κι αν γίνει, δεν στερεί από τα μέρη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Το δικαίωμα αυτό μένει ακέραιο τόσο όταν τα μέρη προσφεύγουν στη διαμεσολάβηση με δική τους πρωτοβουλία, πριν από οποιαδήποτε δίκη, όσο και όταν υπάγουν σε αυτήν μια υπόθεση για την οποία εκκρεμεί ήδη δίκη. Όπου ο νόμος προβλέπει υποχρεωτική αρχική συνεδρία, επιβάλλει μόνο τη συμμετοχή σε αυτήν και όχι τη συμφωνία, ενώ κατά τα λοιπά τα μέρη μπορούν να αποχωρήσουν από τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή, χωρίς αιτιολογία, κύρωση ή ποινή. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, η διαφορά μπορεί να αχθεί ή να επανέλθει στο δικαστήριο. Όσο διαρκεί η διαδικασία, αναστέλλονται εξάλλου η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που έχουν ήδη αρχίσει κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ώστε ο χρόνος της διαμεσολάβησης να μη λογίζεται σε βάρος του δικαιούχου.

Επικοινωνήστε μαζί μας για να εξετάσουμε αν η υπόθεσή σας μπορεί να επιλυθεί με διαμεσολάβηση.

Επικοινωνία

Τελευταία ενημέρωση 26 Σεπτεμβρίου 2026