Η συμφωνία και το πρακτικό της διαμεσολάβησης

Όταν η διαμεσολάβηση καταλήγει σε συμφωνία, οι όροι της αποτυπώνονται σε πρακτικό, το οποίο συντάσσει ο διαμεσολαβητής και υπογράφουν ο ίδιος, τα μέρη και οι δικηγόροι τους. Από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, το πρακτικό αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον η συμφωνία μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, ενώ η τυχόν εκκρεμής δίκη καταργείται και συνεχίζεται μόνο για όσα αντικείμενά της δεν καλύπτει η συμφωνία. Από την έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία ή από τη συμφωνία για προσφυγή στη διαμεσολάβηση, και όσο διαρκεί η διαδικασία, αναστέλλονται η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που έχουν ήδη αρχίσει, ενώ για τις προθεσμίες της δίκης ισχύουν ειδικότεροι κανόνες.

Τι είναι το πρακτικό

Πρακτικό διαμεσολάβησης είναι το έγγραφο με το οποίο ο διαμεσολαβητής καταγράφει την κατάληξη της διαδικασίας, είτε αυτή είναι η συμφωνία των μερών είτε η διαπίστωση ότι συμφωνία δεν επιτεύχθηκε. Από αυτό διακρίνεται το πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, το οποίο συντάσσεται σε κάθε περίπτωση μετά το πέρας της συνεδρίας, είτε τα μέρη συνεχίσουν τη διαδικασία είτε όχι. Το πρακτικό της συμφωνίας, με την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, παράγει τα ειδικά αποτελέσματα που ο νόμος 4640/2019 συνδέει με την κατάθεση. Τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το πρακτικό διαμεσολάβησης ορίζει το άρθρο 8 του ίδιου νόμου.

Ειδικότερα, το πρακτικό περιέχει, πρώτον, το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαμεσολαβητή και, δεύτερον, την ημερομηνία και τον τόπο όπου έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση. Περιέχει, τρίτον, τα πλήρη στοιχεία των μερών και τα ονόματα των δικηγόρων τους και, τέταρτον, αναφορά στη συμφωνία για προσφυγή στη διαμεσολάβηση ή στον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο τα μέρη προσέφυγαν σε αυτήν. Πέμπτον, αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία τυχόν άλλων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία και, έκτον, η συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη ή η διαπίστωση ότι δεν επιτεύχθηκε συμφωνία.

Το έκτο στοιχείο είναι η ουσία του εγγράφου, αφού εκεί διατυπώνονται οι όροι της συμφωνίας. Από τη σαφήνεια και την πληρότητα της διατύπωσής τους εξαρτάται, μεταξύ άλλων, αν το πρακτικό θα μπορεί να στηρίξει αναγκαστική εκτέλεση, όπως εξηγείται στην ενότητα για τη μη τήρηση της συμφωνίας.

Από το συμφωνητικό στο πρακτικό

Μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, η απόφαση των μερών να συνεχίσουν αποτυπώνεται σε ιδιωτικό συμφωνητικό υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση. Στη διαμεσολάβηση τα μέρη μπορούν να προσφύγουν και με συμφωνία που συνάπτουν αφού έχει ανακύψει η διαφορά, ενώ, όταν εκκρεμεί δίκη, το δικαστήριο μπορεί σε κάθε στάση της να τα καλέσει να επιχειρήσουν διαμεσολάβηση, η οποία ξεκινά εφόσον τα μέρη συμφωνήσουν.

Για τις αγωγές τακτικής διαδικασίας που ασκήθηκαν ή κατατέθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2026, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει ειδικά την περίπτωση όπου η δίκη εκκρεμεί ήδη. Αν οι διάδικοι υπογράψουν συμφωνητικό υπαγωγής πριν από την κατάθεση προτάσεων, ο διαμεσολαβητής που υπογράφει το συμφωνητικό ενημερώνει το δικαστήριο και η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο. Αν δεν υπογραφεί πρακτικό επίτευξης συμφωνίας, η υπόθεση επαναφέρεται στο αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου, και η γραμματεία ορίζει δικάσιμο και ενημερώνει τους διαδίκους.

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης ολοκληρώνεται με πρακτικό επίτευξης ή μη επίτευξης συμφωνίας, και για το πρακτικό μη επίτευξης αρκεί η υπογραφή του διαμεσολαβητή. Λήγει και με την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από το ένα μέρος στο άλλο και στον διαμεσολαβητή. Τη διαδικασία μπορεί να περατώσει και ο ίδιος ο διαμεσολαβητής, μετά από αιτιολογημένη ενημέρωση των μερών, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Ο τρόπος λήξης έχει πρακτική σημασία, γιατί από αυτόν εξαρτάται η στιγμή από την οποία συνεχίζεται η παραγραφή που είχε ανασταλεί.

Κατάθεση και εκτελεστότητα

Μετά το πέρας της διαδικασίας, το πρακτικό υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους, δηλαδή τους πληρεξούσιους δικηγόρους. Κάθε μέρος μπορεί να καταθέσει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη γραμματεία του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η υπόθεση.

Από τη συμφωνία έως την τυχόν αναγκαστική εκτέλεσή της, το πρακτικό μπορεί να περάσει από πέντε διαδοχικά στάδια.

  1. ΣυμφωνίαΤα μέρη, με τη συνδρομή του διαμεσολαβητή και των δικηγόρων τους, καταλήγουν σε όρους που επιλύουν το σύνολο ή μέρος της διαφοράς.
  2. ΣύνταξηΟ διαμεσολαβητής συντάσσει το πρακτικό με τα στοιχεία που ορίζει ο νόμος και με το κείμενο της συμφωνίας στην οποία κατέληξαν τα μέρη.
  3. ΥπογραφέςΤο πρακτικό υπογράφουν ο διαμεσολαβητής, τα μέρη και οι δικηγόροι τους.
  4. ΚατάθεσηΚάθε μέρος μπορεί να καταθέσει το πρακτικό στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου χωρίς προθεσμία, και μόνο από την κατάθεση επέρχονται οι ειδικές συνέπειες που ο νόμος συνδέει με αυτήν.
  5. ΕκτέλεσηΑν ένα μέρος δεν εκπληρώσει όσα ανέλαβε, ο δικαιούχος μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση με βάση το απόγραφο του πρακτικού, εφόσον η συμφωνία μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά.

Μετά την κατάθεση, η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία, και η τυχόν εκκρεμής δίκη καταργείται, ενώ για τα αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτει η συμφωνία η δίκη συνεχίζεται. Από την ίδια στιγμή, το πρακτικό αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Για την εκτέλεση απαιτείται απόγραφο, δηλαδή αντίγραφο του τίτλου που φέρει τον εκτελεστήριο τύπο, και για το πρακτικό το απόγραφο εκδίδει ο δικαστής ή ο πρόεδρος του αρμόδιου δικαστηρίου.

Η λύση που διαμόρφωσαν τα ίδια τα μέρη αποκτά έτσι εκτελεστότητα, για όσους όρους επιδέχονται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να χρειαστεί δικαστική απόφαση.

Συμφωνίες για ακίνητα

Όσες δικαιοπραξίες της συμφωνίας υπόκεινται κατά τον νόμο σε συμβολαιογραφικό τύπο πρέπει να περιβληθούν τον τύπο αυτόν, και για τη σύνταξη και τη μεταγραφή τους εφαρμόζονται οι κανόνες των συμβολαιογραφικών εγγράφων. Στις δικαιοπραξίες αυτές ανήκει, για παράδειγμα, η σύμβαση μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, η οποία κατά τον Αστικό Κώδικα γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Συμβολαιογραφικό έγγραφο απαιτείται, κατά τον Αστικό Κώδικα, και για το προσύμφωνο, δηλαδή για τη σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν τη σύμβαση της μεταβίβασης. Το πρακτικό δεν υποκαθιστά επομένως το συμβόλαιο, και χωρίς συμβόλαιο η μεταβίβαση δεν επέρχεται. Ο νόμος 4640/2019 δεν ορίζει ρητά αν το συμβόλαιο πρέπει να προηγηθεί της κατάθεσης του πρακτικού, οπότε η σειρά των δύο πράξεων χρειάζεται εκτίμηση ήδη κατά τη σύνταξη του πρακτικού, ιδίως όταν εκκρεμεί δίκη.

Στις περιοχές όπου έχει αρχίσει να ισχύει το Κτηματολόγιο, το σύστημα μεταγραφών και υποθηκών έχει αντικατασταθεί. Εκεί η εμπράγματη δικαιοπραξία που περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο δεν μεταγράφεται αλλά καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του συμβολαιογράφου που συνέταξε την πράξη. Χωρίς την καταχώριση αυτή δεν επέρχεται η μεταβίβαση ή άλλη εμπράγματη μεταβολή, γι' αυτό η συμφωνία ολοκληρώνεται ουσιαστικά με τη σύνταξη του συμβολαίου και την καταχώριση της πράξης.

Ειδικά για την υποθήκη, το πρακτικό μπορεί, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος για την εγγραφή ή την εξάλειψη υποθήκης. Ο Αστικός Κώδικας αναγνωρίζει επίσης ρητά το πρακτικό διαμεσολάβησης ως τίτλο για την εγγραφή και την εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης, χωρίς να ορίζει αν απαιτείται και εδώ προηγούμενη κατάθεση. Διαφορετική είναι, τέλος, η περίπτωση της κτηματολογικής διαμεσολάβησης, όπου το ίδιο το πρακτικό καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο για τη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, κατά τους ειδικούς κανόνες που περιγράφονται στη σελίδα Κτηματολογική διαμεσολάβηση.

Παραγραφή και προθεσμίες

Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, ή η συμφωνία τους για εκούσια προσφυγή στη διαμεσολάβηση, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων. Η αναστολή αφορά την παραγραφή ή την προθεσμία που έχει ήδη αρχίσει κατά το ουσιαστικό δίκαιο και διαρκεί όσο και η διαδικασία της διαμεσολάβησης. Ο χρόνος της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής, η οποία συνεχίζεται από τα γεγονότα που ορίζει ο νόμος και δεν αρχίζει εκ νέου.

Η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή της επίδοσης δήλωσης αποχώρησης από το ένα μέρος στο άλλο και στον διαμεσολαβητή. Συνεχίζονται επίσης την επομένη της ολοκλήρωσης ή της κατάργησης της διαδικασίας με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Και στις τρεις περιπτώσεις επιφυλάσσονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη διακοπή της παραγραφής με την άσκηση αγωγής. Όταν τα μέρη δεν συνεχίσουν μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, ο νόμος δεν κατονομάζει ρητά το γεγονός που τερματίζει την αναστολή. Ασφαλέστερο είναι τότε να θεωρείται ότι η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία συνεχίζονται από την επομένη της συνεδρίας.

Αν η συμφωνία εξαρτά από αίρεση, προθεσμία ή άλλον όρο την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που είχαν ανασταλεί συνεχίζονται από την πλήρωση της αίρεσης ή του όρου ή από την παρέλευση της προθεσμίας.

Αν η συμφωνία δεν τηρηθεί

Αν το μέρος που ανέλαβε μια υποχρέωση δεν την εκπληρώσει, το κατατεθειμένο πρακτικό επιτρέπει στον δικαιούχο να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση χωρίς να προηγηθεί νέα δίκη, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Η εκτέλεση αρχίζει με την επίδοση στον οφειλέτη αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση, η οποία πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Καμία άλλη πράξη εκτέλεσης δεν επιτρέπεται, επί ποινή ακυρότητας, πριν περάσουν τρεις εργάσιμες ημέρες από την επίδοση.

Με τον τρόπο αυτό εκτελούνται ιδίως η υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού, με κατάσχεση περιουσίας του οφειλέτη, και η υποχρέωση παράδοσης κινητού ή απόδοσης ακινήτου, οπότε ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει το κινητό ή εγκαθιστά τον δικαιούχο στο ακίνητο. Για άλλες υποχρεώσεις ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας συνδέει την εκτέλεση με καταδικαστική δικαστική απόφαση. Αυτό ισχύει για την πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, για την παράλειψη ή την ανοχή πράξης και για τη δήλωση βούλησης, η οποία θεωρείται ότι έγινε όταν η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Για τις υποχρεώσεις αυτές μπορεί επομένως να χρειαστεί νέα δίκη, με αγωγή που στηρίζεται στην ίδια τη συμφωνία, εφόσον η υποχρέωση έχει αναληφθεί με τον τύπο που απαιτεί ο νόμος, όπως ο συμβολαιογραφικός τύπος για το προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου.

Η διατύπωση των όρων έχει αποφασιστική σημασία, αφού εκτέλεση δεν γίνεται αν από τον τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Για απαίτηση που τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, η εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει πριν πληρωθεί η αίρεση ή περάσει η προθεσμία. Η πλήρωση της αίρεσης, όπως και η πάροδος προθεσμίας της οποίας η λήξη δεν προκύπτει από το ημερολόγιο, πρέπει να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Γι' αυτό η ημέρα της εκπλήρωσης είναι σκόπιμο να ορίζεται στο πρακτικό ως δήλη ημέρα, με συγκεκριμένη ημερομηνία του ημερολογίου, ώστε η λήξη να προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο.

Συχνές ερωτήσεις

Πρέπει να καταθέσουμε το πρακτικό αμέσως;

Η κατάθεση είναι δικαίωμα κάθε μέρους και ο νόμος την επιτρέπει οποτεδήποτε. Μόνο μετά την κατάθεση, όμως, νέα αγωγή για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία, και η τυχόν εκκρεμής δίκη καταργείται, ενώ για όσα δεν καλύπτει η συμφωνία συνεχίζεται. Από την ίδια στιγμή το πρακτικό αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον η συμφωνία μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά. Όταν η συμφωνία περιλαμβάνει δικαιοπραξίες που υπόκεινται σε συμβολαιογραφικό τύπο, η σειρά της κατάθεσης και του συμβολαίου χρειάζεται εκτίμηση ήδη κατά τη σύνταξη του πρακτικού.

Μπορεί η συμφωνία να προβλέπει δόσεις ή όρους;

Ναι, και ο νόμος ρυθμίζει ρητά την περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά από αιρέσεις, προθεσμίες ή άλλους όρους την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν. Στην περίπτωση αυτή, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που είχαν ανασταλεί συνεχίζονται από την πλήρωση της αίρεσης ή του όρου ή από την παρέλευση της προθεσμίας. Για την εκτέλεση, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι απαίτηση υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία δεν εκτελείται πριν πληρωθεί η αίρεση ή περάσει η προθεσμία. Η πλήρωση της αίρεσης, όπως και η πάροδος προθεσμίας της οποίας η λήξη δεν προκύπτει από το ημερολόγιο, πρέπει να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, γι' αυτό η διατύπωση των όρων για δόσεις χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Τι γίνεται αν συμφωνήσουμε μόνο σε μέρος της διαφοράς;

Η συμφωνία μπορεί να καλύπτει και μέρος μόνο της διαφοράς. Μετά την κατάθεση του πρακτικού, νέα αγωγή για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη μόνο στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία, και η τυχόν εκκρεμής δίκη καταργείται. Για τα υπόλοιπα ζητήματα η δίκη συνεχίζεται, αν εκκρεμεί ήδη, αλλιώς μπορεί να ασκηθεί νέα αγωγή, ενώ η αναστολή της παραγραφής και της αποσβεστικής προθεσμίας δεν διαρκεί γι' αυτά πέρα από τη λήξη της διαμεσολάβησης. Το αντικείμενο της συμφωνίας πρέπει έτσι να περιγράφεται στο πρακτικό με ακρίβεια.

Αν δεν συμφωνήσουμε, από πότε τρέχει ξανά η παραγραφή;

Η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που είχαν ανασταλεί συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας. Αν η διαδικασία λήξει με αποχώρηση, συνεχίζονται την επομένη της επίδοσης της δήλωσης αποχώρησης στο άλλο μέρος και στον διαμεσολαβητή, και, αν λήξει με άλλον τρόπο, την επομένη της ολοκλήρωσης ή της κατάργησης της διαδικασίας. Και στις τρεις περιπτώσεις επιφυλάσσονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη διακοπή της παραγραφής με την άσκηση αγωγής. Αν τα μέρη δεν συνεχίσουν μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, ο νόμος δεν κατονομάζει ρητά το γεγονός που τερματίζει την αναστολή. Γι' αυτό ασφαλέστερο είναι να υπολογίζεται ότι η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία συνεχίζονται από την επομένη της συνεδρίας. Ο χρόνος που είχε διανυθεί πριν από την αναστολή υπολογίζεται στην παραγραφή, ενώ ο χρόνος της αναστολής δεν υπολογίζεται.

Μπορεί η συμφωνία να αμφισβητηθεί αργότερα;

Η συμφωνία που καταγράφεται στο πρακτικό ελέγχεται με τους γενικούς κανόνες του αστικού δικαίου για την ακυρότητα και την ακυρωσία των δικαιοπραξιών. Αν, για παράδειγμα, ένα μέρος παρασύρθηκε στη συμφωνία με απάτη του άλλου μέρους ή εξαναγκάστηκε σε αυτήν με απειλή που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, μπορεί να ζητήσει την ακύρωσή της, η οποία επέρχεται με δικαστική απόφαση. Το δικαίωμα αυτό αποσβήνεται όταν περάσουν δύο χρόνια από τη συμφωνία ή, αν η απάτη ή η απειλή εξακολούθησε και μετά από αυτήν, δύο χρόνια από τότε που έπαψε, και σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη συμφωνία. Επειδή το πρακτικό δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Αν επισπευστεί εκτέλεση, οι αντιρρήσεις για την εγκυρότητα του τίτλου, για τη διαδικασία της εκτέλεσης ή για την απαίτηση προβάλλονται μόνο με ανακοπή, μέσα στις προθεσμίες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Οι προθεσμίες αυτές είναι πολύ συντομότερες από τη διετία, γι' αυτό οι λόγοι ακυρότητας ή ακυρωσίας της συμφωνίας πρέπει τότε να προβάλλονται έγκαιρα με την ανακοπή.

Αν η διαμεσολάβηση στην υπόθεσή σας οδεύει προς συμφωνία ή έχετε ήδη υπογράψει πρακτικό, επικοινωνήστε μαζί μας.

Επικοινωνία

Τελευταία ενημέρωση 25 Σεπτεμβρίου 2026