Σύνοψη
Όταν δεν υπάρχει διαθήκη, το κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συζύγου εξαρτάται πρώτα από την ημερομηνία του θανάτου, διότι οι νέες διατάξεις του ν. 5303/2026 εφαρμόζονται σε θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και εφεξής. Κατά το νέο άρθρο 1810 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), ο επιζών σύζυγος καλείται στο ένα τρίτο της κληρονομιάς όταν συντρέχει με ένα τέκνο και στο ένα τέταρτο όταν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα. Με τους συγγενείς της δεύτερης τάξης καλείται στο μισό, ενώ, αν δεν υπάρχουν συγγενείς της πρώτης και της δεύτερης τάξης, καλείται σε ολόκληρη την κληρονομιά. Για θανάτους πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες διατάξεις, κατά τις οποίες ο σύζυγος καλείται στο ένα τέταρτο με τους συγγενείς της πρώτης τάξης και στο μισό με τους συγγενείς των άλλων τάξεων. Η κατοικία του ζεύγους που ανήκε στον κληρονομούμενο, δηλαδή στο πρόσωπο που απεβίωσε, αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς, και το νέο δίκαιο αναγνωρίζει στον επιζώντα σύζυγο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της για ένα έτος από τον θάνατο. Προβλέπει επιπλέον δύο δυνατότητες που προϋποθέτουν αίτηση του συζύγου και δικαστική κρίση, δηλαδή την επικαρπία, η οποία ζητείται αντί της κληρονομικής μερίδας και εντός ορισμένης προθεσμίας, και την επιδίκαση της κυριότητας της κατοικίας κατά τη διανομή. Το κληρονομικό δικαίωμα του συζύγου αποκλείεται, κατά το νέο άρθρο 1812 ΑΚ, αν εκκρεμεί διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης.
Το πρόβλημα
Όταν ο κληρονομούμενος δεν έχει αφήσει διαθήκη, ο επιζών σύζυγος καλείται στην κληρονομιά είτε μόνος είτε μαζί με άλλα πρόσωπα. Τα πρόσωπα αυτά είναι οι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή τα τέκνα και οι απώτεροι απόγονοί του, ή, όταν δεν υπάρχουν κατιόντες, άλλοι συγγενείς του, όπως οι γονείς και οι αδελφοί του. Τα ζητήματα που ανακύπτουν αφορούν το ποσοστό στο οποίο καλείται ο σύζυγος και την τύχη της κατοικίας του ζεύγους, όταν αυτή ανήκε ολόκληρη ή κατά ένα μέρος στον κληρονομούμενο.
Οι σχετικοί κανόνες μεταβλήθηκαν με τον ν. 5303/2026, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 22 Μαΐου 2026, και κείμενα παλαιότερα της δημοσίευσής του αποδίδουν είτε το προϊσχύσαν δίκαιο είτε το σχέδιο νόμου. Επειδή το νέο δίκαιο δεν εφαρμόζεται σε όλους τους θανάτους, η απάντηση διαφέρει ανάλογα με τον χρόνο κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος.
Τι ισχύει
Ο ν. 5303/2026 «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις» δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) Α΄ 81 της 22ας Μαΐου 2026 και αντικατέστησε το Πέμπτο Βιβλίο του Αστικού Κώδικα. Κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του νόμου, οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται «στις κληρονομικές σχέσεις προσώπων, των οποίων ο θάνατος επέρχεται τη 16η Σεπτεμβρίου 2026 ή μεταγενέστερα».
Η ημερομηνία του θανάτου ως κρίσιμο στοιχείο
Κρίσιμος είναι ο χρόνος του θανάτου του κληρονομουμένου και όχι ο χρόνος της αποδοχής της κληρονομιάς ή της υποβολής οποιουδήποτε εγγράφου. Για θάνατο που επήλθε στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 ή μεταγενέστερα εφαρμόζονται τα νέα άρθρα 1810 έως 1812 ΑΚ, ενώ για θάνατο που επήλθε πριν από την ημερομηνία αυτή εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες διατάξεις.
Κατά το προηγούμενο άρθρο 1820 ΑΚ, ο σύζυγος καλείται στο ένα τέταρτο με τους συγγενείς της πρώτης τάξης, δηλαδή με τους κατιόντες, και στο μισό με τους συγγενείς των άλλων τάξεων. Σε ολόκληρη την κληρονομιά καλείται, κατά το προηγούμενο άρθρο 1821, μόνο αν δεν υπάρχουν συγγενείς των τεσσάρων πρώτων τάξεων. Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 33 του νέου νόμου ρυθμίζουν επιμέρους ζητήματα, μεταξύ των οποίων η διανομή της κληρονομιάς, χωρίς να μεταβάλλουν τα ποσοστά αυτά. Το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της κατοικίας για ένα έτος και η επικαρπία αντί της κληρονομικής μερίδας προβλέπονται στο νέο άρθρο 1810, το οποίο εφαρμόζεται σε θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Τα ποσοστά για θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026
Με τους συγγενείς της πρώτης τάξης, δηλαδή με τους κατιόντες του κληρονομουμένου, ο επιζών σύζυγος καλείται στο ένα τρίτο της κληρονομιάς, αν συντρέχει με ένα τέκνο, και στο ένα τέταρτο, αν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα. Τα άρθρα 1808 και 1810 ΑΚ δεν διακρίνουν μεταξύ κοινών τέκνων των συζύγων και τέκνων του κληρονομουμένου από προηγούμενο γάμο.
Ο επιζών σύζυγος καλείται στο μισό της κληρονομιάς με τους συγγενείς της δεύτερης τάξης, στην οποία ανήκουν οι γονείς και οι αδελφοί του κληρονομουμένου, καθώς και τα τέκνα και οι εγγονοί αδελφών που εξέπεσαν, για παράδειγμα επειδή έχουν ήδη αποβιώσει. Αν στην κληρονομιά δεν καλούνται αδελφοί ή τέκνα ή εγγονοί αδελφών, η μερίδα του γονέα που εξέπεσε προσαυξάνει, κατά το άρθρο 1809 ΑΚ, τη μερίδα του επιζώντος συζύγου. Αν δεν υπάρχουν συγγενείς της πρώτης και της δεύτερης τάξης, ο επιζών σύζυγος καλείται, κατά το άρθρο 1811 ΑΚ, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος σε ολόκληρη την κληρονομιά.
Ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία καλείται, ο επιζών σύζυγος λαμβάνει επιπλέον ως εξαίρετο τα έπιπλα, τα σκεύη, τα ενδύματα και άλλα τέτοια οικιακά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε είτε μόνος είτε μαζί με τον κληρονομούμενο. Αν υπάρχουν τέκνα του κληρονομουμένου, λαμβάνονται υπόψη και οι δικές τους ανάγκες, εφόσον το επιβάλλουν οι ειδικές περιστάσεις για λόγους επιείκειας.
Το άρθρο 1810 αναφέρεται στον σύζυγο που συντρέχει με «ένα τέκνο» ή με «δύο ή περισσότερα τέκνα», και δεν περιέχει ειδική πρόβλεψη για την περίπτωση που τέκνο του κληρονομουμένου έχει εκπέσει, για παράδειγμα επειδή έχει προαποβιώσει ή έχει αποποιηθεί την κληρονομιά. Οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται σε θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026, νομολογία για το ζήτημα δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, και το ποσοστό του συζύγου στις περιπτώσεις αυτές εξετάζεται κατά περίπτωση.
Η κατοικία που ανήκε στον κληρονομούμενο
Η κατοικία του ζεύγους αποτελεί, κατά το μέρος που ανήκε στον κληρονομούμενο, στοιχείο της κληρονομιάς, στην οποία ο επιζών σύζυγος καλείται κατά τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν. Ο νόμος περιλαμβάνει τρεις ρυθμίσεις σχετικά με την κατοικία, οι οποίες διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις τους.
Η πρώτη πρόβλεψη είναι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της κατοικίας για ένα έτος, δικαίωμα που προϋποθέτει ότι στην κληρονομιά περιλαμβάνεται ακίνητο που χρησίμευε, όσο ζούσε ο κληρονομούμενος, ως ο κύριος τόπος διαμονής του ίδιου και του συζύγου του. Ο σύζυγος δικαιούται τότε την αποκλειστική χρήση του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τον θάνατο του κληρονομουμένου, και η διάταξη χρησιμοποιεί τον όρο «δικαιούται» χωρίς να αναφέρεται σε αίτηση. Η διάταξη δεν περιέχει ειδική πρόβλεψη για το ακίνητο που ανήκε στον κληρονομούμενο μόνο κατά ποσοστό.
Η δεύτερη πρόβλεψη αφορά την επικαρπία, δηλαδή το δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης ενός πράγματος χωρίς την κυριότητά του. Ο επιζών σύζυγος μπορεί, αντί για την κληρονομική του μερίδα, να ζητήσει από το δικαστήριο της κληρονομίας να λάβει την επικαρπία «σε αντικείμενα της κληρονομίας». Κατά το κείμενο που ισχύει σήμερα, η αίτηση υποβάλλεται «εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη των προθεσμιών του άρθρου 1845», ενώ η επικαρπία αποσβήνεται με τον θάνατο του συζύγου και δεν μεταβιβάζεται.
Το άρθρο 1845 ΑΚ ρυθμίζει την προθεσμία της αποποίησης, η οποία είναι τέσσερις μήνες από τότε που ο κληρονόμος «πληροφορήθηκε την επαγωγή και τον λόγο της», δηλαδή από τότε που έμαθε ότι καλείται στην κληρονομιά και για ποιον λόγο. Η προθεσμία είναι ενός έτους αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος διέμενε στο εξωτερικό κατά την έναρξή της. Η προθεσμία της αποποίησης αναστέλλεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους αναστέλλεται και η παραγραφή. Το άρθρο 1810 χρησιμοποιεί τον πληθυντικό «των προθεσμιών» όταν παραπέμπει στο άρθρο 1845 και δεν διευκρινίζει σε ποιον κληρονόμο αφορούν οι προθεσμίες αυτές. Η προθεσμία για την υποβολή αίτησης επικαρπίας άρχεται επομένως από τη λήξη άλλων προθεσμιών, των οποίων η αφετηρία εξαρτάται από πραγματικά περιστατικά, και η καταληκτική ημέρα της προθεσμίας αυτής υπολογίζεται χωριστά για κάθε κληρονομιά.
Το άρθρο 1810 δεν προσδιορίζει τα αντικείμενα στα οποία παρέχεται η επικαρπία ούτε τα κριτήρια της δικαστικής κρίσης, και ο ν. 5303/2026 δεν περιέχει ειδική διαδικαστική διάταξη για την αίτηση αυτή. Η ρύθμιση εφαρμόζεται σε θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026, και νομολογία για την εφαρμογή της δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.
Η τρίτη πρόβλεψη είναι η επιδίκαση της κυριότητας της κατοικίας, η οποία γίνεται κατά τη διανομή της κληρονομιάς, ύστερα από αίτηση του συζύγου και με εκτίμηση των ειδικών περιστάσεων. Αν στη διανεμητέα κληρονομιά υπάρχει ακίνητο που χρησίμευε ως ο κύριος τόπος διαμονής του κληρονομουμένου και του επιζώντος συζύγου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει την κυριότητά του αποκλειστικά στον σύζυγο. Αν η αξία του ακινήτου κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου υπερβαίνει την αξία της κληρονομικής μερίδας του συζύγου, η επιδίκαση γίνεται αφού ο σύζυγος καταβάλει τη διαφορά. Πρόκειται για δυνατότητα του δικαστηρίου και όχι για δικαίωμα του συζύγου, ενώ αντίστοιχη ρύθμιση περιείχε και το προηγούμενο άρθρο 1889 ΑΚ.
Εκκρεμής διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης
Κατά το νέο άρθρο 1812 ΑΚ, το κληρονομικό δικαίωμα και το δικαίωμα στο εξαίρετο του επιζώντος συζύγου αποκλείονται «αν εκκρεμεί διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης». Σε περίπτωση συναινετικού διαζυγίου απαιτείται να έχει καταρτισθεί η συμφωνία για τη λύση του γάμου ή να έχει υποβληθεί η κοινή ψηφιακή δήλωση. Αν την αγωγή διαζυγίου είχε ασκήσει ο κληρονομούμενος, ο επιζών σύζυγος στερείται τη νόμιμη μοίρα, δηλαδή το ελάχιστο που του εξασφαλίζει ο νόμος, μόνο εφόσον η αγωγή ασκήθηκε για βάσιμο λόγο.
Πέραν της πρόβλεψης για το συναινετικό διαζύγιο, η διάταξη δεν ορίζει ειδικότερα από ποιο χρονικό σημείο η διαδικασία θεωρείται εκκρεμής, και η συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης κρίνεται με βάση τα στοιχεία κάθε υπόθεσης. Για θανάτους πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026, το προηγούμενο άρθρο 1822 ΑΚ προβλέπει τον αποκλεισμό όταν ο κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του.
Τι σημαίνει πρακτικά
Πρώτα διαπιστώνονται η ημερομηνία του θανάτου και το αν κατά τον χρόνο εκείνον εκκρεμούσε διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. Από τα στοιχεία αυτά εξαρτάται ποιο καθεστώς εφαρμόζεται και αν υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα του συζύγου.
Στη συνέχεια προσδιορίζονται τα πρόσωπα που καλούνται στην κληρονομιά μαζί με τον σύζυγο. Κρίσιμα στοιχεία είναι ο αριθμός των τέκνων του κληρονομουμένου και το αν κάποιο από αυτά έχει προαποβιώσει αφήνοντας κατιόντες ή προτίθεται να αποποιηθεί. Όταν δεν υπάρχουν κατιόντες του κληρονομουμένου, ενδιαφέρει αντίστοιχα ποιοι συγγενείς της δεύτερης τάξης βρίσκονται στη ζωή.
Τρίτο στοιχείο είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο κληρονόμος πληροφορήθηκε την επαγωγή και τον λόγο της, διότι από τον χρόνο αυτόν άρχεται, κατά το νέο άρθρο 1845 ΑΚ, η προθεσμία της αποποίησης. Από τη λήξη των προθεσμιών του άρθρου αυτού εξαρτάται η προθεσμία για την υποβολή αίτησης επικαρπίας. Το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της κατοικίας περιορίζεται σε ένα έτος από τον θάνατο. Το αίτημα επιδίκασης της κατοικίας υποβάλλεται κατά τη διανομή.
Η αποδοχή της κληρονομιάς, το κληρονομητήριο, οι εγγραφές στο Κτηματολόγιο και οι τραπεζικοί λογαριασμοί αποτελούν χωριστά ζητήματα, όπως και οι φορολογικές υποχρεώσεις της κληρονομικής διαδοχής, οι οποίες επιβεβαιώνονται από φοροτεχνικό ή από την αρμόδια φορολογική αρχή.
Συχνά λάθη και παρανοήσεις
Υποστηρίζεται συχνά ότι, όταν δεν υπάρχουν τέκνα, ο επιζών σύζυγος μοιράζεται πάντοτε την κληρονομιά εξ ημισείας με τους συγγενείς του κληρονομουμένου. Στο νέο δίκαιο, αυτό ισχύει μόνο ως προς τους συγγενείς της δεύτερης τάξης, με την επιφύλαξη του άρθρου 1809 ΑΚ. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες του κληρονομουμένου, καθώς και τα τέκνα και οι εγγονοί τους, ανήκουν πλέον στην τέταρτη τάξη και δεν καλούνται εφόσον κληρονομεί ο σύζυγος.
Πότε χρειάζεστε δικηγόρο
Το ποσοστό του συζύγου προκύπτει ευθέως από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, όταν η ημερομηνία του θανάτου είναι βέβαιη και δεν εκκρεμούσε διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. Προϋποτίθεται επίσης ότι όλα τα τέκνα βρίσκονται στη ζωή και αποδέχονται την κληρονομιά και ότι ο σύζυγος αρκείται στην κληρονομική του μερίδα.
Η συνδρομή δικηγόρου ενδείκνυται όταν εξετάζεται η αίτηση για επικαρπία, λόγω της προθεσμίας και της δικαστικής διαδικασίας, και όταν εκκρεμούσε διαδικασία για τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. Το ίδιο ισχύει όταν τέκνο του κληρονομουμένου έχει προαποβιώσει αφήνοντας κατιόντες ή προτίθεται να αποποιηθεί, όταν οι συγκληρονόμοι διαφωνούν για την κατοικία και όταν ο σύζυγος επιδιώκει την επιδίκασή της. Νομική εκτίμηση ενδείκνυται επίσης όταν ο κληρονομούμενος είχε διαθέσει περιουσία του με δωρεές και όταν η κληρονομιά συνδέεται με το εξωτερικό. Για τον κληρονόμο που κατοικεί στο εξωτερικό, δείτε το άρθρο «Αποποίηση και αποδοχή κληρονομιάς από κάτοικο εξωτερικού: προθεσμίες και πληρεξούσιο».
Συχνές ερωτήσεις
Είχαμε σύμφωνο συμβίωσης και όχι γάμο. Κληρονομώ όπως ο σύζυγος;
Κατά το άρθρο 8 του ν. 4356/2015, ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου συμβίωσης «εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους». Ο ν. 5303/2026 κατάργησε από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 μόνο το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, το οποίο αφορούσε την παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα κατά την κατάρτιση του συμφώνου. Η συμβίωση χωρίς γάμο και χωρίς σύμφωνο συμβίωσης υπάγεται σε διαφορετική ρύθμιση, αυτή του νέου άρθρου 1817 ΑΚ. Για την περίπτωση αυτή, δείτε το άρθρο «Συμβίωση χωρίς γάμο: τα κληρονομικά δικαιώματα του συντρόφου».
Η κατοικία ήταν μισθωμένη στο όνομα του συζύγου που απεβίωσε. Τι ισχύει για τη μίσθωση;
Αν το μίσθιο χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη και ο σύζυγος ή ο σύντροφος με σύμφωνο συμβίωσης βρισκόταν στη ζωή κατά τον χρόνο του θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη μίσθωση περιέρχονται αποκλειστικά σε αυτόν. Ο ίδιος δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση οποτεδήποτε, τηρώντας προθεσμία τουλάχιστον τριών μηνών. Η καταγγελία παράγει αποτελέσματα στο τέλος ημερολογιακού μήνα. Τα παραπάνω προβλέπονται στο άρθρο 612 ΑΚ, όπως ισχύει για θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Επόμενα βήματα
Αν ο θάνατος επήλθε στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 ή μεταγενέστερα και εξετάζετε την επικαρπία αντί της κληρονομικής μερίδας, ή αν υπάρχει διαφωνία με τους συγκληρονόμους για την κατοικία, η Metron Law μπορεί να εξετάσει τα έγγραφα της κληρονομιάς. Με βάση τα έγγραφα αυτά εκτιμά ποιο καθεστώς εφαρμόζεται, σε ποιο ποσοστό καλείστε και ποιες προθεσμίες σάς αφορούν, χωρίς η εκτίμηση αυτή να προδικάζει την κρίση του δικαστηρίου.
Πηγές
- Ν. 5303/2026 «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 81/22.5.2026), άρθρο 3: νέα άρθρα 1808 έως 1813, 1815, 1817, 1845, 1854 και 1885 ΑΚ.
- Ν. 5303/2026, άρθρο 6 (άρθρο 612 ΑΚ), άρθρο 33 (μεταβατικές διατάξεις), άρθρο 34 (καταργούμενες διατάξεις), άρθρο 41 (έναρξη ισχύος).
- Ν. 5303/2026, Παράρτημα, πίνακας αντιστοίχισης: τα προηγούμενα άρθρα 1820, 1821, 1822 και 1889 ΑΚ.
- Ν. 4356/2015 (ΦΕΚ Α΄ 181/24.12.2015), άρθρο 8.
Το άρθρο αυτό παρέχει γενική ενημέρωση για το νομοθετικό καθεστώς, όπως έχει διαμορφωθεί έως την ημερομηνία της τελευταίας ενημέρωσης, και δεν αποτελεί νομική συμβουλή για συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς η εφαρμογή των κανόνων εξαρτάται από τα δεδομένα κάθε κληρονομιάς.
Τελευταία ενημέρωση: 5 Οκτωβρίου 2026